Η ακοή αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη φυσιολογική ανάπτυξη της ομιλίας, της γλώσσας και της επικοινωνίας ενός παιδιού.
Όταν υπάρχει απώλεια ακοής, η έλλειψη ακουστικών ερεθισμάτων μπορεί να οδηγήσει σε καθυστέρηση της γλωσσικής ανάπτυξης, επηρεάζοντας τη μάθηση, την κοινωνική ένταξη και τη μελλοντική ποιότητα ζωής.
Η συγγενής βαρηκοΐα εμφανίζεται περίπου σε 1-2 νεογνά ανά 1.000 γεννήσεις, ενώ αρκετά ακόμη παιδιά παρουσιάζουν απώλεια ακοής κατά την παιδική ηλικία. Οι κυριότερες αιτίες περιλαμβάνουν γενετικούς παράγοντες, συγγενείς λοιμώξεις όπως ο κυτταρομεγαλοϊός (CMV), πρόωρο τοκετό, χρήση ωτοτοξικών φαρμάκων και επιπλοκές κατά την κύηση ή τον τοκετό.
Περίπου το 55% των περιπτώσεων παιδικής νευροαισθητήριας βαρηκοΐας έχει γενετική αιτιολογία, ενώ σημαντικό ποσοστό σχετίζεται με μεταλλάξεις του γονιδίου GJB2, το οποίο κωδικοποιεί την πρωτεΐνη κονεξίνη 26. Παράλληλα, η συγγενής λοίμωξη από CMV αποτελεί σήμερα μία από τις συχνότερες μη γενετικές αιτίες απώλειας ακοής στα παιδιά και μπορεί να προκαλέσει προοδευτική ή καθυστερημένη βαρηκοΐα.
Η καθολική εξέταση ακοής των νεογνών αποτελεί πλέον τη σημαντικότερη στρατηγική για την έγκαιρη διάγνωση. Ο έλεγχος πραγματοποιείται τις πρώτες ημέρες μετά τη γέννηση με ωτακουστικές εκπομπές (TEOAEs) ή/και αυτοματοποιημένα προκλητά ακουστικά δυναμικά εγκεφαλικού στελέχους (AABR).
Εάν ένα νεογνό δεν περάσει τον αρχικό έλεγχο, απαιτείται επανεκτίμηση μέσα στις επόμενες εβδομάδες ώστε να επιβεβαιωθεί ή να αποκλειστεί η ύπαρξη βαρηκοΐας. Η έγκαιρη διάγνωση επιτρέπει την άμεση έναρξη θεραπευτικής παρέμβασης, η οποία ιδανικά πρέπει να ξεκινά πριν από την ηλικία των 6 μηνών.
Τα πρώτα χρόνια της ζωής χαρακτηρίζονται από υψηλή πλαστικότητα του εγκεφάλου. Όσο νωρίτερα αποκατασταθεί η ακουστική πρόσληψη μέσω ακουστικών βαρηκοΐας ή κοχλιακού εμφυτεύματος, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες φυσιολογικής ανάπτυξης της ομιλίας και της γλώσσας.
Σε παιδιά με σοβαρή ή ολική βαρηκοΐα, όπου τα ακουστικά βαρηκοΐας δεν επαρκούν, η κοχλιακή εμφύτευση αποτελεί μια αποτελεσματική θεραπευτική επιλογή. Η διεθνής βιβλιογραφία δείχνει ότι τα παιδιά που εμφυτεύονται σε μικρότερη ηλικία παρουσιάζουν σημαντικά καλύτερα γλωσσικά και μαθησιακά αποτελέσματα.
Η διερεύνηση της παιδικής βαρηκοΐας δεν περιορίζεται μόνο στον ακοολογικό έλεγχο. Συχνά απαιτείται συνεργασία ωτορινολαρυγγολόγου, γενετιστή, ακτινολόγου, λογοθεραπευτή και άλλων ειδικοτήτων, ώστε να εντοπιστεί η αιτία της απώλειας ακοής και να σχεδιαστεί η κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση.
Η καθολική ανίχνευση της νεογνικής βαρηκοΐας αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προληπτικές παρεμβάσεις στη σύγχρονη παιδιατρική. Η έγκαιρη διάγνωση και η σωστή παρέμβαση βελτιώνουν σημαντικά την ανάπτυξη του λόγου, την εκπαίδευση, την κοινωνική ένταξη και την ποιότητα ζωής των παιδιών με απώλεια ακοής, ενώ παράλληλα μειώνουν το κοινωνικό και οικονομικό κόστος της αναπηρίας.
Nance WE, Lim BG, Dodson KM. J Clin Virol. 2006;35(2):221-225.
Van Naarden K, Decoufle P, Caldwell K. Pediatrics. 1999;103(3):570-575.
Fortnum HM, Summerfield AQ, Marshall DH, et al. BMJ. 2001;323:536-540.
Davis A, Bamford J, Wilson I, et al. Health Technol Assess. 1997;1(10):1-176.
Morton CC, Nance WE. N Engl J Med. 2006;354(20):2151-2164.
Downs MP, Yoshinaga-Itano C. Pediatr Clin North Am. 1999;46(1):79-87.
Yoshinaga-Itano C. Ment Retard Dev Disabil Res Rev. 2003;9(4):252-266.
Keren R, Helfand M, Homer C, et al. Pediatrics. 2002;110(5):855-864.
Cheng AK, Grant GD, Niparko JK. Ann Otol Rhinol Laryngol Suppl. 1999;177:124-128.
Hammes DM, Novak MA, Rotz LA, et al. Ann Otol Rhinol Laryngol Suppl. 2002;189:74-78.